Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα ψηλά βουνά (2ο μέρος) - Το ξεκίνημα, Οι μικροί ταξιδιώτες ανεβαίνουν το βουνό & Το τραγούδι του Μπαρμπαφώτη
3. Τὸ ξεκίνημα.
Στὸν κὺρ Στέφανο τὸ χρωστοῦν πὼς ξεκίνησαν. Αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος, ὅταν γύρισε ἀπὸ τὸ δάσος, ἔδωσε τὸ λόγο του στοὺς γονεῖς τους πὼς θὰ πάη μαζὶ μὲ τὰ παιδιά. Εἶπε πὼς θὰ τὰ προσέχη ἐκεῖ ποὺ βρίσκονται, πὼς θὰ τοὺς κάνη ὅσες εὐκολίες μπορεῖ καὶ θὰ τοὺς φέρνη νέα τους συχνά, ποὺ θὰ κατεβαίνει στὴν πόλη.
Μόνο ἔτσι κατώρθωσαν νὰ πάρουν τὴν ἄδεια. Πέρασαν δυὸ τρεῖς μέρες ὥσπου νὰ ἑτοιμαστοῦν, καὶ τέλος ἕνα πρωὶ τὸ μεγάλο καὶ ζωηρὸ καραβάνι ξεκίνησε.
Πᾶνε στὰ ψηλὰ βουνά. Εἶναι εἰκοσιπέντε παιδιά. Τὰ δεκαπέντε πήγαιναν πεζῆ. Τὰ δέκα καβάλα στὰ φορτωμένα μουλάρια, ποὺ τὰ ὁδηγοῦν τρεῖς ἀγωγιάτες. Ἀκολουθοῦσε ὁ κὺρ Στέφανος, καβάλα στὴν κόκκινη φοράδα του.
Καὶ τὰ εἰκοσιπέντε παιδιὰ ἔγιναν ἀγνώριστα. Κρατοῦν ἀπὸ ἕνα ραβδί. Σακούλια καὶ παγούρια τοὺς κρέμονται στὴν πλάτη. Φοροῦν μεγάλες ψάθες καὶ χοντρὰ παπούτσια.
Εἶναι ντυμένα γιὰ νὰ ζήσουν σὲ βουνό. Τὸ ἴδιο ροῦχο θὰ φορεθῆ βράδυ καὶ πρωί, θὰ παλέψη μὲ ἀγκάθια καὶ μὲ πέτρες, θὰ σκίζεται καὶ θὰ μπαλώνεται. Τίποτα καινούριο δὲ φοροῦν.
Τί ἁπλὰ παιδιὰ ποὺ ἔγιναν!
Μὲ τὰ βαριὰ σακούλια τους μοιάζουν τοὺς μαστόρους καὶ τοὺς πραματευτάδες ποὺ ἔρχονται κάτω στὴν πόλη.
Ὅλους τοὺς θυμοῦνται αὐτὴ τὴ στιγμή, ὅλους τοὺς παραστένουν ἕναν ἕνα, ὅπως εἶναι, ὅπως περπατοῦν, ὅπως φωνάζουν.
Ὁ Δημητράκης κάνει τὸ χαλκωματὰ καὶ φωνάζει: «Χαλκώματα νὰ γανώωω...»
Ὁ Κωστάκης τὸν μπαλωματή: «παπούτσια νὰ μπαλώωω...»
Ὁ Γιῶργος πάλι παραστένει τὸν τροχιστή: «μαχαίρια, ψαλίδια, σουγιάδες, γι’ἀκόοο...»
Ὁ Φάνης θυμήθηκε ἕναν πραματευτὴ ποὺ τὸν εἶχαν ξεχάσει. Πουλεῖ τὰ βοτάνια, τὴ ρίγανη καὶ τὰ χορταρικά· τὸν λένε κορφολόγο καὶ φωνάζει: «κάπαρη, καλὴ κάπ——»
Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ γέλια ὁ Καλογιάννης θυμήθηκε τὸ «Τσιριτρό» κι ἄρχισε νὰ τραγουδῆ. Ὅλη ἡ συνοδεία πῆρε τὸ γελαστὸ τραγούδι καὶ τὸ ἔλεγε χτυπώντας τὰ ραβδιὰ στὴ γῆ:
Σὲ μιὰ ρῶγα ἀπὸ σταφύλι
ἔπεσαν ὀχτὼ σπουργῖτες
καὶ τρωγόπιναν οἱ φίλοι...
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
Ἐχτυπούσανε τὶς μύτες
καὶ κουνοῦσαν τὶς οὐρές,
κι εἶχαν γέλια καὶ χαρές,
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
καὶ τρωγόπιναν οἱ φίλοι...
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
Ἐχτυπούσανε τὶς μύτες
καὶ κουνοῦσαν τὶς οὐρές,
κι εἶχαν γέλια καὶ χαρές,
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
Πώπω πώπω σὲ μιὰ ρῶγα
φαγοπότι καὶ φωνή!
τὴν ἀφῆκαν ἀδειανή...
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
Καὶ μεθύσαν, κι ὅλη μέρα
πᾶνε δῶθε πᾶνε πέρα
τραγουδώντας στὸν ἀέρα
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό...
φαγοπότι καὶ φωνή!
τὴν ἀφῆκαν ἀδειανή...
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό.
Καὶ μεθύσαν, κι ὅλη μέρα
πᾶνε δῶθε πᾶνε πέρα
τραγουδώντας στὸν ἀέρα
τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί,
τσιριτρό...
Μονάχα ὁ Φουντούλης δὲ μιλεῖ· ἔμεινε τελευταῖος. Ὁ καημένος, ὁ παχύς, ὁ στρογγυλός, ὁ μικρὸς Φουντούλης! Τὸ μουλάρι του εἶναι πολὺ ὀκνό· δὲν ἀκούει ἀπὸ φωνὴ κι ἀπὸ χτύπημα. Γιατί τὸν ἐφόρτωσαν σ’ αὐτὸ τὸ ζῶο; Γιὰ νὰ μὴν κυλήση;
Ὁ Φουντούλης ἀγωνίζεται νὰ τὸ φέρη μπροστά, μὰ κεῖνο μένει τελευταῖο. Στὸ τέλος ὁ Φουντούλης ἀρχίζει νὰ φοβᾶται πὼς τὸ ζῶο του δὲν εἶναι μουλάρι. Τὸ κοιτάζει καλὰ στ’ αὐτιά. «Μήπως κατὰ λάθος, συλλογίζεται, μοῦ ἔδωσαν κανένα γάιδαρο;»
Μὰ κι οἱ ἄλλοι δὲν τὸν ἀφήνουν ἥσυχο, καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν κάμουν νὰ τὸ πιστέψη.
«Τὸ ἄτι σου, Φουντούλη, ἔχει μεγάλα αὐτιά!»
—«Περίμενε, Φουντούλη, καὶ θ’ ἀκούσεις καὶ τὴ φωνή του!»
Μὰ ὁ Φουντούλης, ποὺ δὲ θυμώνει ποτέ, βάζει τὰ γέλια μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους.
Μὰ ὁ Φουντούλης, ποὺ δὲ θυμώνει ποτέ, βάζει τὰ γέλια μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους.
Τὸ καραβάνι ἀνέβαινε τὰ Τρίκορφα, ξυπνώντας τὶς λαγκαδιὲς μὲ τὰ γέλια του, τὶς φωνές του καὶ μὲ τὴν περπατησιά του στοὺς πετρωτοὺς δρόμους.
4. Οἱ μικροὶ ταξιδιῶτες ἀνεβαίνουν τὸ βουνό.
Ὅταν ἔφτασαν σὲ μιὰ ράχη, τοὺς καλωσώρισε ὁ κρύος ἀέρας. Αὐτὸς ὁ ἀέρας εἶχε περάσει ἀπὸ κάθε κορφὴ καὶ κάθε λαγκαδιά. Τὸν πῆραν μὲ μιὰ βαθιὰ ἀναπνοή.
Πουλάκια μὲ ἄσπρη τραχηλιὰ κουνοῦσαν τὴν οὐρά τους στοὺς θάμνους, κι ὕστερα ἔφευγαν μὲ γοργὸ λαρυγγισμό.
Ἕνα κατσίκι κατάμαυρο ἔστεκε στὴν κόψη τοῦ βράχου.
Οἱ βράχοι σχημάτιζαν σὰ θεόρατα σπίτια, ποὺ δὲν ξέρεις ποιὸς τὰ κατοικεῖ. Οἱ γκρεμοὶ ἦταν φυτεμένοι μὲ πουρνάρια καὶ κουμαριές. Ἀλλοῦ κατέβαιναν γυμνοὶ καὶ ἀπότομοι σὰ νὰ τοὺς εἶχες κόψει μὲ σπαθί.
Ὁ βράχος ἀπάνω στὸ βράχο, ὁ λόφος ἀπάνω στὸ λόφο σχημάτιζαν τὸ βουνό.
Πελώρια ἦταν ὅλα.
Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ ὕψος ἀνέβαινε μὲ στροφές, ὅλο ἀνέβαινε ὁ δρόμος.
Εὐτυχισμένοι σὲ τοῦτο τὸ θέαμα οἱ μικροὶ ταξιδιῶτες, κοίταξαν πρὸς τὶς κορφές. Ἕνας τους φώναξε: «Γειά σας ψηλὰ βουνά!»
5. Τὸ τραγούδι τοῦ Μπαρμπαφώτη.
«Ἔ, Μπαρμπαφώτη!» ρώτησε ὁ κὺρ Στέφανος· «δὲ θὰ μᾶς πης κανένα τραγούδι;»
Ὁ Μπαρμπαφώτης χαμογέλασε.
«Κανένα ποὺ νὰ λέη ἔτσι γιὰ ψηλὰ βουνά», ξαναεῖπε ὁ κὺρ Στέφανος.
«Σὰν ποιὸ νὰ πῶ;» ρώτησε ὁ ἀγωγιάτης.
Πέρασε λίγη ὥρα καὶ δὲν ἄρχιζε τὸ τραγούδι ἀκόμη. Συλλογιζόταν: «Νὰ πῶ τὴν ἀλαφίνα, νὰ πῶ τὸν Κατσαντώνη, νὰ πῶ τὴ βλαχοπούλα, τί νὰ πῶ;»
Τέλος ἀποφάσισε. «Ἐγώ γέρασα τώρα, λέει, μὰ γιὰ τὸ χατήρι τοῦ κὺρ Στέφανου θὰ τὸ πῶ».
Κι ἀφοῦ σήκωσε τὴν τσίτσα καὶ τράβηξε δυὸ ρουφηξιές, ἄρχισε:
Καλότυχά εἰναι τὰ βουνά, ποτέ τους δὲ γερνᾶνε,
τὸ καλοκαίρι πράσινα καὶ τὸ χειμῶνα χιόνι,
καὶ καρτεροῦν τὴν άνοιξη, τ’ ὄμορφο καλοκαίρι,
νὰ μπουμπουκιάσουν τὰ κλαριά, ν’ ἀνοίξουνε τὰ δέντρα,
νὰ βγοῦν οἱ στάνες στὰ βουνά, νὰ βγοῦν οἱ βλαχοποῦλες,
νὰ βγοῦν καὶ τὰ βλαχόπουλα, λαλώντας τὶς φλογέρες.
τὸ καλοκαίρι πράσινα καὶ τὸ χειμῶνα χιόνι,
καὶ καρτεροῦν τὴν άνοιξη, τ’ ὄμορφο καλοκαίρι,
νὰ μπουμπουκιάσουν τὰ κλαριά, ν’ ἀνοίξουνε τὰ δέντρα,
νὰ βγοῦν οἱ στάνες στὰ βουνά, νὰ βγοῦν οἱ βλαχοποῦλες,
νὰ βγοῦν καὶ τὰ βλαχόπουλα, λαλώντας τὶς φλογέρες.
Δὲ γερνᾶ τὸ τραγούδι! Ὁ Μπαρμπαφώτης γέρασε, μὰ ἡ φωνή του ἔμεινε λιγερὴ ὅπως στὰ νιάτα του. Ἄν δὲν τού λειπε κεῖνο τὸ μπροστινὸ δόντι!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου