Γεωργίου Δροσίνη ποιήματα



Ο Γκιώνης

Ήταν δυο αδέλφια πάντα αγαπημένα,
πρόβατα βοσκούσαν σ΄ άρχοντα μεγάλο,
Γκιώνη λεν τον ένα, Δήμο λεν τον άλλο.

Κάποια μέρα ο Γκιώνης δυο αρνάδες χάνει
Ψάχνει δεν τις βρίσκει τριγυρνά και κλαίει.
Έρχεται στη στάνη τ΄ αδελφού το λέει.

Βρέθηκε κι εκείνος στην κακιά του ώρα
άδικα χολιάζει, σα θεριό θυμώνει,
το μαχαίρι βγάζει και τόνε σκοτώνει.

Οι αρνάδες ήρθαν στο κοπάδι πάλι
κι ο φονιάς τις βλέπει, στέκεται κλαμένος
γέρνει το κεφάλι μετανοημένος.

Κι ο Θεός τον είδε που χτυπά τα στήθη
κλαίει νύχτα μέρα θέλει να πεθάνει
και τον ελυπήθη και πουλί τον κάνει.

Και γι’ αυτό το βράδυ άμα σκοτεινιάζει
το πουλί θλιμμένο στο δεντρί κλαρώνει
κι όλη νύκτα κράζει…

Γκιώνη, Γκιώνη, Γκιώνη!



Το Μοιρολόι της Όμορφης

Ποιος σε είδε, νεραϊδόκορμη, να πλένης στο ποτάμι
και δεν του κόπηκε η μιλιά, δε χάθηκε το φως του;

Ξέζωστη και ξετράχηλη και ξεμαντιλωμένη,
με το κορμί κλωνόγερτο, με τα μαλλιά λυμένα,
του ποταμιού ασπρολίθαρα τα πόδια σου ν’ αστράφτουν
και στο νερό ν’ αφροκοπούν τα χέρια, νεροπούλια!

Ποιος σε είδε, νεραϊδόκορμη, να πλένεις στο ποτάμι,
με τις αγράμπελες σκεπή, τις ροδοδάφνες φράχτη
και δεν του κόπηκε η μιλιά, δε χάθηκε το φως του;

Εγώ σε είδα και σώπασα, να μην κοπή η μιλιά μου
και σφάλισα τα μάτια μου, να μη χαθή το φως μου.

Κι’ ουδέ ποτέ σου το `μαθες κι ουδέ ποτέ σου το είπα.

Τώρα, που δεν τ’ ακούς εσύ, το λέω στο μοιρολόγι.



Χώμα Ελληνικό

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα πολυαγαπημένη,
άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω
για την κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτό από αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο,
μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,
χώμα βαφτισμένο με βροχή του Μάη,
χώμα μυρισμένο απ᾿ το καλοκαίρι,
χώμα ευλογημένο, χώμα που γεννάει
μόνο με της Πούλιας την ουράνια χάρη,
μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,
το μοσχάτο κλήμα το ξανθό σιτάρι,
τη χλωρή τη δάφνη, την πικρήν ελιά.

Χώμα τιμημένο, πούχουν ανασκάψει
για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο, πούχουν ροδοβάψει
αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα,
χώμα πόχει θάψει λείψαν᾿ αγιασμένα
απ᾿ το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά
χώμα που θα φέρνη στον μικρόν εμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα και χαρά.

Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια,
κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλει
από σε θα παίρνη δύναμη βοήθεια,
μην την ξεπλανέψουν άλλα, ξένα κάλλη.
Η δική σου η χάρη θα με δυναμώνη,
κι όπου κι αν γυρίσω, κι όπου κι αν σταθώ
συ θε να μου δίνης μια λαχτάρα μόνη,
πότε στην Ελλάδα πίσω θε να ῾ρθω.

Κι αν το ριζικό μου -έρημο και μαύρο-
μούγραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω,
το στερνό φιλί μου θε να σου χαρίσω.
Έτσι κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,
και το ξένο μνήμα θάναι πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω,
χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πρωτοχρονιάτικος Παπαδιαμάντης μέσω τηλεφώνου

Μέγας Βασίλειος - Η ανυπόφορη δουλεία των παθών

Ο Καιρός της Τετάρτης 28 Αυγούστου 2019

Βασίλης Τσιτσάνης - ο μεγαλύτερος Έλληνας δημιουργός του λαϊκού τραγουδιού.

Φάλαινα φυσητήρας 20 μέτρων στη Μάνη!

Συμβουλές Αγίου Πορφυρίου για την αρρώστια - Μέρος 1ο

Σαν Σήμερα 13 Αυγούστου