Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Μάνος Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου - Παραμονές Δεκαπενταύγουστου

Εικόνα
Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη στα μαλλιά και το φόρεμα. Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν παραμονές Δεκαπενταύγουστου. Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση. Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν. Τα σκούπιζες και τα ’ριχνες στο κηπάκι για να σωθούν. Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι. Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι και να ταξιδέψει στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες. Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου Πηγή:  thepoetsiloved

Μάνος Ελευθερίου

Εικόνα
Ο Συριανός Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος και επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έλεγε μεταξύ άλλων για τη δουλειά του:  «Ποιο είναι, όμως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Όσα μας συμβαίνουν είναι απείρως πιο σημαντικά από όσα γράφουμε - αλλά δεν τα υπολογίζουμε. Όταν γράφω για ένα ζήτημα που με καίει, νομίζω πως θα βγει κάτι καλό -μια μπαλάντα, ας πούμε-αλλά σιγά-σιγά αρχίζω να αρρωσταίνω. Έχω εδώ και πολλά χρόνια την εντύπωση πως γράφω μέσα σε μιαν ομίχλη. Χωρίς να με κυνηγάει κανενός το αίμα, όποτε γράφω, ζω τις νύχτες του Μακμπέθ. Κακά, όμως, τα ψέματα: γράφω γιατί έτσι δίνω παράταση στη ζωή μου». Οι σπουδές στη Σχολή Σταυράκου και τα πρώτα ποιήματα Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρ...

Μάνος Ελευθερίου - Αγιασμένα τραγούδια

Εικόνα
Στίχοι:  Μάνος Ελευθερίου Μουσική:  Χρήστος Νικολόπουλος Τα τραγούδια τ’ αγιασμένα τα έχουν άνθρωποι γραμμένα που μιλούσαν μονάχα με τη σιωπή κι είχαν φίλους τους αγγέλους σαν αγάπες κάποιου τέλους όταν όλα είχαν μια ανατροπή Τα τραγούδια τ’ αγιασμένα Σαν φιλία είναι καρφωμένα Στον αέρα, όπως τ’ άστρα που κοιτάς Χτίστηκαν κι αυτά με λάσπες Με τις έχθρες και μ’ αγάπες Και με πείσματα που χρόνια μου κρατάς Μόνο τα μαργαριτάρια Δεν αφήνουνε σημάδια Όταν μείνουνε καιρό σ’ ένα λαιμό Και γι’ αυτό κι εγώ σφυρίζω Τους σκοπούς που αιχμαλωτίζω Για ν’ ακούς τραγούδια δίχως σπαραγμό Τα τραγούδια τ’ αγιασμένα Σαν φιλιά είναι καρφωμένα Στον αέρα, όπως τ’ άστρα που κοιτάς Χτίστηκαν κι αυτά με λάσπες Με τις έχθρες και μ’ αγάπες Και με πείσματα που χρόνια μου κρατάς Τα τραγούδια τ’ αγιασμένα Τα έχουν άνθρωποι γραμμένα που μιλούσαν μονάχα με τη σιωπή κι είχαν φίλους τους αγγέλους σαν αγάπες κάποιου τέλους όταν όλα είχαν μια ανατροπή

Βαγγέλης Γιακουμάκης: Πασχαλίδης και Νταλάρας τραγουδούν για το παιδί που η ψυχή του δεν άντεξε τις πληγές των ανθρώπων

Εικόνα
Με μουσική «ντύθηκε» το ποίημα του Μάνου Ελευθερίου, με τίτλο «Στη Χώρα των Αθώων», το οποίο γράφτηκε το Μάρτιο του 2015, στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Το ποίημα, που έγραψε ο σπουδαίος ποιητής, μόλις πληροφορήθηκε για το θάνατο του Βαγγέλη «μας», μελοποιήθηκε από το Μίλτο Πασχαλίδη, ενώ, τόσο ο ίδιος, όσο και ο Γιώργος Νταλάρας ερμηνεύουν το ομώνυμο τραγούδι, προσπαθώντας να αποδώσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την οργή και τη θλίψη του ποιητή. Μόλις ολοκλήρωσε το ποίημα ο Ελευθερίου, επικοινώνησε με τον Μίλτο Πασχαλίδη και του το απήγγειλε, παρακινώντας τον να το μελοποιήσει. Πέρασαν, βέβαια, χρόνια μέχρι να μπορέσει ο Μίλτος Πασχαλίδης να «ξεκλειδώσει» τους στίχους και να τους μελοποιήσει, ενώ ο ποιητής δεν έμελλε ποτέ να το ακούσει να τραγουδάται. Έτσι, το τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε σήμερα, είναι – κατά τη γνώμη μου – ένας φόρος τιμής τόσο στον ποιητή, όσο και στον 20χρονο φοιτητή, που το σώμα του δεν άντεξε τα χτυπήματα, που η ψυχή του δεν άντεξε τις προσβολέ...

Μάνος Ελευθερίου: Όσα νόμιζα

Εικόνα
Μια ντουφεκιά διαμάντια έσκασε μες στη νύχτα. Έντρομοι νυσταγμένοι βγήκαμε στά παράθυρα και μερικοί στους δρόμους. Οι συλλήψεις άρχισαν από τους κήπους τής νεότητάς μου και όσα νόμιζα φαντασιώσεις, ήταν αρχή μιας  απροσμέτρητης δυστυχίας. Αυτοκίνητα πυρπολούνται, οι έρωτες γκρεμίζονται, Τράπεζες ξαναγεννιούνται μέσα από την τέφρα τους. Τα μαλλιά μου πέφτουν σύρματα χρυσά. Τα νύχια μεγαλώνουν και μάς ξεπερνούν.

Μάνος Ελευθερίου: Στα γαλανά σου μάτια

Εικόνα
  «Κατ’ εικόνα Θεοϋ εποίησεν αυτήν» Απόψε που κρυφομιλούν, μέσ’ την γαλήνη του βραδυού τ’ αστρί με το λουλούδι, έλα και σκύψε να σού πω τα μυστικά του τραγουδιού Ρεβέκκα, θείο τραγούδι! Έλα κι απόψε στη σιγή, μ’ άφταστον οίστρο και καϋμό θε να σού τραγουδήσω της θείας ψυχής σου τον ρυθμό, καί του καμάτου τον παλμό τον ακροπελαγίσιο. Καράβια γοργοτάξιδα να λάμνουν οι όλβιοι στοχασμοί στου ωκεανού τα πλάτια κι εγώ να οραματίζομαι του Μακροκόσμου την μορφή στα γαλανά σου μάτια!

Μάνος Ελευθερίου: Ποιος τη ζωή μου - Στίχοι

Εικόνα
Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα; ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά; Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει; πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

Μάνος Ελευθερίου: Τα λόγια και τα χρόνια - Στίχοι

Εικόνα
Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα και τους καημούς που σκέπασε καπνός η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια και σε χαμένους κήπους του Θεού κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια εκεί που πρώτα ήσουνα παντού και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια Η μοίρα κι ο καιρός το `χαν ορίσει στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει αυτός που δεν εγνώρισε γενιά και του καημού την πόρτα να χτυπήσει και του καημού την πόρτα να χτυπήσει και του καημού την πόρτα να χτυπήσει Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω με τους ανθρώπους που `δαν το κακό και το `χουν στ’ όνομά τους κεντημένο Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο θερίζει την αυγή ωκεανό μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο Κι έχει τη ...

Μάνος Ελευθερίου: Στων Αγγέλων τα μπουζούκια - Στίχοι

Εικόνα
Κάποιοι φίλοι μας, τις νύχτες, που τους λέν' αλήτες και μας βλέπουν και μας γνέφουν απ' τους ουρανούς, έρχονται μέσ' στα σκοτάδια σαν τους λωποδύτες, παίζουν και πονούν και μας τραγουδούν τα κιτάπια τους, που δεν τα πιάνει ο νους. Στων αγγέλων, πάμε, πάμε, τα μπουζούκια, που είναι σαν τις μέρες τις βυζαντινές, πέταξε τα μαύρα, τα γνωστά σου λούσα και βάλε στην ψυχή σου ανθρώπινες φωνές. Κάποιοι άγνωστοι, τις νύχτες, χρόνια ισοβίτες, ψέλνουνε κάτι τραγούδια αγιασμένα πια, στου παράδεισου την πύλη, σαν τους αλφαμίτες, τα τραγούδια τους και το χάδι τους, τα τραγούδια τους μας λεν' και κλαίν' σιγά. Στων αγγέλων, πάμε, πάμε, τα μπουζούκια, που είναι σαν τις μέρες τις βυζαντινές, πέταξε τα μαύρα, τα γνωστά σου λούσα και βάλε στην ψυχή σου ανθρώπινες φωνές. Κάποιοι φίλοι μας, τις νύχτες, που τους λέν' αλήτες και μας βλέπουν και μας γνέφουν απ' τους ουρανούς, έρχονται μέσ' στα σκοτάδια σαν τους λωποδύτες, παίζουν και πονούν και μας τραγουδούν τα μεράκια τους...

Μάνος Ελευθερίου: Το τελευταίο αντίο - Στίχοι

Εικόνα
Το τελευταίο αντίο μου το πες σ' ένα πλοίο πριν φύγεις γι ένα κόσμο ξένο και μακρινό εκεί που θα σου λείπει κάθε χαρά και λύπη κι αγέρας θα `χεις γίνει σ’ ένα μικρό στενό Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή Το τελευταίο αντίο μου το πες απ’ το τρένο πριν πας στην παγωμένη τη χώρα του χιονιά εκεί που αναστενάζουν κι όσοι αγαπούν σου μοιάζουν γιατί με τους αγγέλους είσαστε μια γενιά Το τελευταίο αντίο το βρήκαμε γραμμένο στους βίους των αγίων που ήταν αμαρτωλοί που πείνασαν γι αγάπη που δίψασαν γι αγάπη και περπατήσαν μόνοι ολόκληρη ζωή

Μάνος Ελευθερίου: Στα χρόνια της υπομονής - Στίχοι

Εικόνα
Αν είναι κόσμος όμορφος είναι και κόσμος ψεύτης που μοιάζει σκοτεινό γυαλί και σαν παλιός καθρέφτης Στα χρόνια της υπομονής δε μας θυμήθηκε κανείς δε μας θυμήθηκε κανείς στα χρόνια της υπομονής Τα γράμματα μου γύρισες χωρίς να τα διαβάσεις μα πες μου γιατί βιάστηκες να με καταδικάσεις Στα χρόνια της υπομονής δε μας θυμήθηκε κανείς δε μας θυμήθηκε κανείς στα χρόνια της υπομονής

Μάνος Ελευθερίου: Άλλος για Χίο τράβηξε - Στίχοι

Εικόνα
Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί γειτόνοι μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές νυχτώνει Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη κι άλλος στης Σύρας τα στενά αίμα και δάκρυα πίνει Σε πανηγύρι και γιορτή απ’ την Αγιά Μαρκέλλα σ’ αγόρασα χρυσή κλώστη και κόκκινη κορδέλα Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη κι άλλος στης Σύρας τα στενά αίμα και δάκρυα πίνει

Μάνος Ελευθερίου: Παραπονεμένα λόγια - Στίχοι

Εικόνα
Στης ανάγκης τα θρανία και στης φτώχειας το σχολειό μάθαμε την κοινωνία και τον πόνο τον παλιό Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας Το σεργιάνι μας στον κόσμο ήταν δέκα μέτρα γης όσο πιάνει ένα σπίτι και ο τοίχος μιας αυλής Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας

Στίχοι: Μαλαματένια λόγια

Εικόνα
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη με του καιρού δεμένος τις κλωστές Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία και να `σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη παραμιλούν στην ακροθαλασσιά Και στ’ ανο...