Ντάνιελ Ντεφόε - Ροβινσώνας Κρούσσος: Απόσπασμα
Το πρωί της όγδοης μέρας, ο άνεμος δυνάμωσε και ορμήσαμε με όλες μας τις δυνάμεις να τυλίξουμε τα ψηλά πανιά καθώς και να συμμαζέψουμε και να κλείσουμε το κάθε τι, ώστε το πλοίο να επιπλέει όσο γίνεται πιο άνετα. Κατά το μεσημέρι η θάλασσα πραγματικά φουρτούνιασε πολύ και το πλοίο μας ανεβοκατέβαινε με την πλώρη μέσα στο νερό, τόσο πολύ, που μια δυο φορές μας πέρασε η σκέψη πως είχε λυθεί η άγκυρα και ο καπετάνιος μας διέταξε να κατέβει και η μεγάλη άγκυρα, έτσι ώστε επιπλέαμε με δύο μπροστινές άγκυρες και με τα παλαμάρια τεντωμένα πέρα για πέρα.
Η θύελλα είχε πια γίνει τόσο φοβερή που άρχισα να διακρίνω τρόμο και κατάπληξη ακόμα και στα μάτια των ίδιων των ναυτικών. Άκουσα τον καπετάνιο, όπως μπαινόβγαινε δίπλα μου στην καμπίνα του, να ψιθυρίζει στον εαυτό του πολλές φορές (παρόλο που είχε το μυαλό του στην επιχείρηση διάσωσης του πλοίου): Κύριε, σπλαγχνίσου μας, θα χαθούμε όλοι, δεν θα μείνει κανένας μας και άλλα τέτοια. Τις πρώτες εκείνες στιγμές με τα τρεχάματα για το πλοίο, εγώ σαν ηλίθιος έμενα ασάλευτος στην καμπίνα μου που βρισκόταν κοντά στο πηδάλιο, και δεν είμαι σε θέση να περιγράψω την διάθεσή μου. Δύσκολα μπορούσα να επαναλάβω την πρώτη μου μετάνοια, αφού την είχα τόσο φανερά ποδοπατήσει και είχα τόσο σκληρύνει τον εαυτό μου απέναντί της.
Σκεφτόμουν πως η θλίψη του θανάτου είχε περάσει και πως κι αυτή τη φορά δεν θα συνέβαινε τίποτα όπως και την προηγούμενη. Όταν όμως ο ίδιος ο καπετάνιος στάθηκε δίπλα μου, όπως το διηγήθηκα μόλις πριν, λέγοντας πως θα χανόμασταν όλοι, τρομοκρατήθηκα για τα καλά. Πετάχτηκα έξω από την καμπίνα μου και κοίταξα. Πότε μου δεν είχα δει τέτοια αξιοθρήνητη κατάσταση, τα κύματα ανέβαιναν ψηλά σαν βουνό και ξεσπούσαν πάνω μας κάθε τρία-τέσσερα λεπτά. Κοιτάζοντας γύρω δεν έβλεπα τίποτα άλλο πάρεξ την αγωνία που μας έζωνε. Δύο πλοία που έπλεαν κοντά μας διαπιστώσαμε πως είχαν κόψει σύριζα τα κατάρτια τους, γιατί ήταν βαρυφορτωμένα. Το πλήρωμα φώναζε πώς ένα πλοίο γύρω στο ένα μίλι μπροστά μας, είχε βυθιστεί. Άλλα δύο πλοία που είχαν χάσει τις άγκυρες τους, είχαν παρασυρθεί έξω από τον όρμο στην θάλασσα και ήταν εκτεθειμένα σε κάθε κίνδυνο, μάλιστα δίχως να έχουν ούτε ένα όρθιο κατάρτι. Τα ελαφριά πλοία τα κατάφερναν καλύτερα στην πάλη με τη θάλασσα όμως δυο-τρία τέτοια τράβηξαν στην ανοιχτή θάλασσα περνώντας δίπλα μας μονάχα με τη σκότα στον άνεμο.
[...]
Ο καθένας μπορεί να κρίνει σε ποια κατάσταση βρισκόμουν εγώ που δεν ήμουν παρά ένας αμάθητος ναύτης και ποτέ δεν είχα ξαναπεράσει στη ζωή μου τέτοιο φόβο. Αλλά αν τώρα είμαι σε θέση από κάποια απόσταση να περιγράψω τις σκέψεις μου εκείνη την ώρα, μπορώ να πω ότι, όταν έφερνα στο νου μου τις προηγούμενες πεποιθήσεις μου και το γεγονός ότι τις εγκατέλειψα για να επανέλθω στις κακές αποφάσεις που είχα πάρει στην αρχή, ο τρόμος μου δεκαπλασιαζόταν περισσότερο κι από τη σκέψη του θανάτου. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τη φρίκη της θύελλας, η κατάστασή μου ήταν τέτοια που δεν υπάρχουν λέξεις για να την περιγράψω.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου