Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά



Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά βρίσκεται βορειοανατολικά της Ακρόπολης και συγκεκριμένα επί της οδού Πρυτανείου, λίγο παρακάτω από την περιοχή Αναφιώτικα της Πλάκας. Η περιοχή αυτή στα βυζαντινά χρόνια, αποτελούσε την αριστοκρατικότερη συνοικία της πόλεως. Ο ναός κυριολεκτικά στηρίζεται στους πρόποδες του βράχου της Ακροπόλεως, αγναντεύοντας το λόφο του Λυκαβηττού. 

Ὁ βυζαντινὸς αὐτοκρατορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ραγκαβᾶ βρίσκεται βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκρόπολης, μεταξὺ τῶν ὁδῶν Πρυτανείου καὶ Ἐπιχάρμου, στὸ Ριζόκαστρο (σημερινὰ Ἀναφιώτικα), κοντὰ στὸ μνημεῖο τοῦ Λυσικράτη. Εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ πιὸ ἀγαπητὲς ἱστορικὲς ἐκκλησίες τῆς Πλάκας.

Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς πηγές, τὸ ὄνομα Ραγκαβᾶς ἀνήκει σὲ σημαντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ἀθήνας, τῆς ὁποίας τὸ γνωστότερο μέλος ἦταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ Α΄ ὁ Ραγκαβέ (811-813).

Ἡ ἐκκλησία χτίστηκε ἀρχικὰ τὸν 9ο αἰώνα, ἀπὸ τὸν Θεοφύλακτο, γιὸ καὶ συναυτοκράτορα τοῦ Μιχαὴλ Α΄, μὲ ὑποδομὴ ἀρχαίου ναοῦ (ἕνα κιονόκρανο ἰωνικοῦ ρυθμοῦ εἶναι ἐντοιχισμένο στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα στηρίζεται σὲ ἕνα κομμένο καὶ ἀνεστραμμένο κιονόκρανο ἐξελιγμένου κορινθιακοῦ τύπου) καὶ ἀφοῦ καταστράφηκε ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία, ξαναχτίστηκε διακόσια χρόνια μετά, κατὰ τὴν ἐποχὴ ἀκμῆς τῆς Ἀθήνας.

Ὁ ναὸς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴ μεσαιωνικὴ Ἀθήνα. Ἀρχικὰ ἦταν ἰδιωτικός, ἀλλὰ τελικὰ ἔγινε καὶ παραμένει ἕως σήμερα ἐνοριακός.

Οἱ εἰδικοὶ χρονολογοῦν τὸ ὑπάρχον κτίριο στὸν 11ο αἰώνα (1040-1050) λόγω τῶν στυλιστικῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκεῖνα πολυάριθμων ἐκκλησιῶν τῆς περιόδου αὐτῆς.

Μετὰ τὸν 11ο αἰώνα ὑπέστη σημαντικὲς ἀλλαγὲς καὶ προσθῆκες. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς πόλης.

Στην περιοχή του Αγίου Νικολάου πιστεύεται ότι κατοικούσαν και εκκλησιάζοντο οι μετέπειτα αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοφανώ, οι Αθηναίες, καθότι αποτελούσε το αριστοκρατικότερο τμήμα της πόλεως.

Ὁ ναὸς ἀπέκτησε τὴ σημερινή του μορφὴ μετὰ τὶς ἐργασίες συντήρισής του τὸ 1979-1980, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ἀπεκαλύφθησαν ἀρκετὰ πρωτότυπα στοιχεῖα, ὅπως ὁ τροῦλος, ἡ ὀροφὴ καὶ ἡ βόρεια πλευρά. ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι τετρακιόνιος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος μὲ τροῦλο.

Κατά τα έτη 1979-1980 μ.Χ. η Αρχαιολογική υπηρεσία πραγματοποίησε εργασίες και επανέφερε το ναό στην αρχική του μορφή κατά το μέτρο του δυνατού. Τότε αποκαλύφθηκαν αρκετά βυζαντινά στοιχεία του ναού, όπως ο τρούλος, η οροφή και η βόρεια πλευρά του. Συγκεκριμένα, κατά τις εργασίες απομακρύνσεως των φύλλων του τρούλου και στερέωσης του αποκαλύφθηκε σε ένα κιονίσκο του τρούλου, εγχάρακτη επικλητική επιγραφή μέλους της οικογένειας Ραγκαβά. Η επιγραφή αυτή συνέδεσε την  παλαιά προφορική αθηναϊκή παράδοση πλέον και με ιστορικά στοιχεία, ότι ο ναός ανεγέρθη από την βυζαντινή οικογένεια «Ραγκαβά».
Η επιγραφή αναγράφει:
Κ(ΥΡΙ)Ε  ΒΩΗΘΗ ΤΟΥ ΔΟΥΛ(ΟΥ) ΛΕΩ)(Ν)Τ(ΟΣ) ΡΑΝΚΑΒΑ 


Στὴν ἐξωτερικὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ μεσοβυζαντινὴ διαρρύθμιση τῶν προσόψεων καὶ τῶν περιθωρίων. Οἱ μεγάλες κάθετες πλάκες εἶναι τοποθετημένες παράλληλα στὸ κάτω μέρος τοῦ τοίχου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ σχηματίζουν σταυρό (βλέπε ἐξωτερικὸ ναοῦ κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο διπλὸ παράθυρο - ἀνατολικά).

Ἡ τοιχοποιία ἀκολουθεῖ τὸν πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδὴ ἔχουν χρησιμοποιηθῆ λαξευμένες πέτρες μὲ τέσσερεις πλευρές, περιστοιχισμένες ἀπὸ τούβλα. Ἡ τεχνοτροπία αὐτὴ διακρίνεται στὸ ἱερὸ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν μερικὲς διακοσμητικὲς κουφικὲς διατάξεις τούβλων καὶ ἔχουν, ἐπίσης, χρησιμοποιηθῆ πολυάριθμα ἀρχαῖα ἀρχιτεκτονικὰ ὑλικά, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε συχνὸ φαινόμενο τοῦ 11ου αἰώνα.

Ἕνα ἰδιαίτερο διακοσμητικὸ στοιχεῖο εἶναι οἱ ὀδοντωτὲς ταινίες (ἁπλές, διπλὲς καὶ τριπλές), οἱ ὁποῖες περιτρέχουν τὸ ἐξωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ὁ τροῦλος εἶναι μικρὸς ὀκταγωνικὸς καὶ ἀνήκει στὸν ἀθηναϊκὸ τύπο ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸς τῆς περιόδου ἐκείνης.

Κάποια στιγμή κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, ο ναός υπέστη καθίζηση με αποτέλεσμα κατά τις εργασίες επισκευής να υπερυψωθεί το δάπεδό του κατά 30 εκατοστά περίπου. Τούτο είναι εμφανές ακόμα και σήμερα από το γεγονός ότι η δυτική κυρία είσοδος του ναού βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και από την χαμηλή πλέον κόγχη της Προσκομιδής.

Τὸ Παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς

Γιὰ ἐνοριακοὺς λόγους τὸ 1838 ἔγινε ἐπέκταση τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Εἶναι μονόκλιτο καμαροσκέπαστο. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐπένδυση τῆς κεραμοσκεποῦς ὀροφῆς εἶναι κατασκευασμένη μὲ ξυλοθετήματα. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἶναι τῆς ἰδίας περιόδου.
Ἀργότερα ὁ ναὸς ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικὰ μὲ τὴν προσθήκη τοῦ νάρθηκα καὶ τοῦ κωδωνοστασίου, ἐνῶ οἱ ἀψίδες στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ πῆραν τὴ μορφὴ ἑνοποιημένου ἀντερείσματος (ἀντιστηρίγματος).

Αρχιτεκτονική

Ο αρχικός ναός του Αγίου Νικολάου, μισός περίπου σε έκταση σε σχέση με το σημερινό, υπήρξε απλός τετρακίονος, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, παρόμοιος με αυτόν των Αγίων Ασωμάτων Θησείου και με της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πλάκας. Δεν περιελάμβανε τα μετέπειτα ανεγερθέντα ακαλαίσθητα προκτίσματα του προνάου, του βορείου παρεκκλησίου, του γυναικωνίτου και του κωδωνοστασίου. Αντίθετα, υπήρχε ένας κατεδαφισθείς θολοσκεπής σταυρεπίστεγος νάρθηκας, πάνω από τον οποίο υψωνόταν ένα απλό τοξωτό βυζαντινό κωδωνοστάσιο. Στην κεραία του προνάου ανοιγόταν ένα δίλοβο παράθυρα και λίγο χαμηλότερα εκατέρωθέν του, δύο μικρότερα μονόλοβα.  

 Ο ναός χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του δόμηση. Στη βορειοανατολική πλευρά δύναται κανείς να εντοπίσει μετά τις εργασίες αποκαταστάσεως του μνημείου το 1979 μ.Χ., τη μεσοβυζαντινή διαρρύθμιση των προσόψεων και των περιθωρίων. 

Η τοιχοδομία ως τη μέση περίπου του ναού είναι από ακατέργαστους ογκόλιθους και πωρόλιθους, πιθανόν Αιγινήτικους. Οι μεγάλες κάθετες πλάκες είναι τοποθετημένες παράλληλα στο κάτω μέρος του τοίχου, αλλά χωρίς να σχηματίζουν σταυρό, λόγω του μικρού μεγέθους του ναού. Η τοιχοποιία ακολουθεί τον πλινθοπερίκλειστο τύπο, δηλαδή έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένες πέτρες περιστοιχισμένες από τούβλα και διακοσμείται από κουφικά σύμβολα, δηλαδή από διακοσμητικά στοιχεία που μιμούνται την αραβική γραφή. Η κεραμοπλαστική τοιχοποιία στη διάταξη του βόρειου τοίχου εμφανίζει μια λανθάνουσα ασυμμετρία Έχουν σωθεί οκτώ κουφικά κοσμήματα, περιορισμένα σε συγκεκριμένα σημεία, όπως στο τύμπανο του παραθύρου της βόρειας πλευράς και στον τοίχο γύρω από το παράθυρο. Επιπλέον, δύο οδοντωτές ταινίες περιτρέχουν το μνημείο και περιβάλλουν το δίλοβο παράθυρο της βόρειας κεραίας και τα ανοίγματα του ισογείου.

Ο επισκέπτης μπορεί να εντοπίσει αρκετά αρχαία αρχιτεκτονικά υλικά, που χρησιμοποιήθηκαν κατά την οικοδόμηση του ναού, συνήθης πρακτική των βυζαντινών της εποχής εκείνης. Επιπλέον των δύο προαναφερθέντων κιονόκρανων, υφίσταται ένα ιωνικό κιονόκρανο ρωμαίικης εποχής με τριπλό ζωστήρα στο προσκέφαλο, εσνωματωμένο στην αντηρίδα της ανατολικής πλευρά του ναού.  Ένα επιπλέον ιδιαίτερο στοιχείο του ναού είναι η διπλή σειρά με γεισίπους γύρω από το εξωτερικό τμήμα του. 

Ο τρούλος όπως αναμενόταν είναι τυπικό δείγμα Αθηναϊκού οκταγωνικού τρούλου της εποχής.

Το αρχικό τέμπλο, όπως δείχνουν μερικά θωράκια, με επιστύλιο και κιονίσκους, που σώζονται στην αυλή της εκκλησίας, φαίνεται πως ήταν μαρμάρινο και χαμηλό. Ένας κιονίσκος του τρούλλου μάλιστα, που ανευρέθη στις εργασίες αποκαταστάσεως του 1969 μ.Χ. φέρει το ένδοξο επώνυμο της οικογενείας των Ραγκαβά.

Άξια προσοχής τυγχάνει και εσωτερικά η τοιχοποιία του βορείου τοίχου, κοντά στην πρόθεση, όντας και αυτή πλινθοπερίκλειστη.


Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ναοῦ

Παρὰ τὴ μακρόχρονη ἱστορία του, ὁ ναὸς ἔχει λίγες ἁγιογραφίες, νεότερες καὶ κρητικῆς ἐπίδρασης.
Φαίνεται ὅτι στὸν παλιὸ ναὸ τοῦ 11ου αἰώνα δὲν ὑπῆρχαν τοιχογραφίες οὔτε ψηφιδωτὰ ποὺ νὰ ἔγιναν μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλους ναοὺς τῆς ἴδιας περιόδου, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ δύο ἡμικυκλικὲς κορνίζες στὶ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ δύο κιονόκρανα καὶ καταλήγουν στὴν κόγχη τῆς Πλατυτέρας, καὶ οἱ ὁποῖες μπορεῖ νὰ εἶναι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Σκεπασμένες ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ ἔρευνα ποὺ ἔγινε. Ὑπάρχουν ὅμως φορητὲς εἰκόνες, ποὺ εἶναι ἀφιερώσεις πιστῶν καὶ κοσμοῦν τὸ τέμπλο καὶ τὰ προσκυνητάρια.

Στὸ παρεκκλήσι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ψηλὰ στὸ τέμπλο, ὑπάρχουν οἱ μικρές, ἐλαφρὰ ἡμικυκλικὲς εἰκόνες ρωσικῆς κατασκευῆς, πιθανότατα φερμένες κατὰ τὸν 19ο αἰώνα ἀπὸ τὴ Ρωσία.

Ἐντύπωση προκαλοῦν καὶ οἱ δύο βυζαντινὲς εἰκόνες, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ χρυσὸ φόντο καὶ πολλὲς παραστάσεις γύρω ἀπὸ τὸν Ἅγιο, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἀποτελοῦν κειμήλια τοῦ ναοῦ καὶ φυλάσσονται.

Μια πληρέστερη εικόνα της αλλοίωσης του βυζαντινού ναού του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά μπορεί να πάρει ο επισκέπτης μέσα από το βίβλίο  «Από τας Παλαιάς Αθήνας" του έτους 1922 μ.Χ., του Δημητρίου Καμπούρογλου, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται :
«ο Άγιος Νικόλαος του Ραγκαβά , έχει δυστυχώς ανακαινισθή, επαυξηθή και πασαλειφθή. Κάπου κάπου διακρίνει κάνείς ίχνη της βυζαντινότητάς του. Κάτι θυρίδας και κάτι θύρας εντοιχισμένας και κάτι πορωλίθους, από τους οποίους έφυγε ο σουβάς. Ως και ο τρούλλος, που θα διετήρει, ως συμβαίνει συνήθως εις τας παλαιάς εκκλησίας, πλήρη την παλαιότητά του περιεβλήθη ολόκληρος με τσίγγον. Θα ήτο διάτρητος, φαίνεται από τίποτε κανονιές, θα έσταζε  και ποιός τεχνίτης σημερινός θα ετολμούσε ποτέ να συμπληρώση τρούλλον Βυζαντινής τελειότητος; Αιώνες περνούν και τα Βυζαντινά κεραμίδια δεν υποχωρούν εις την βίαν του βοριά ούτε εις τους κατακλυσμούς του Αθηναϊκού ουρανού. Τα νεώτερα κεραμίδια θέλουν κάθε χρόνο άλλαγμα.
Εσωτερικώς όλαι αι εικόνες του Ραγκαβά είναι άλλαι μεν εντελώς νέαια και άλλαι χρωματισμέναι από πάνω. Ξανακαινούργωμα λέγαται η περίφημος  αυτή τέχνη...
Δεν κακίζουμε του φιλόκαλους επιτρόπους, ούτε τους δαπανήσαντες ευλαβείς και ιερείς. Αυή ήτο το πνεύμα της εποχής μας μέχρι προ τινών ετών ακόμα.»

Ἡ ἱστορικὴ Καμπάνα

Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἡ χρήση καμπανῶν ἀπαγορευόταν μὲ διάταγμα (τσαλί).

Στὶς 24 Μαΐου 1833, ὅταν τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα παρέδωσαν τὸ φρούριο τῆς Ἀκρόπολης,
ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀνύψωση τῆς ἑλληνικῆς σημαίας χτύπησε καὶ ἡ καμπάνα αὐτή, ποὺ βρισκόταν σὲ κρύπτη καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καταργήθηκαν τὰ ξύλινα σήμαντρα, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἦταν ἡ πρώτη, στὴν ὁποία ἐπετράπη νὰ χρησιμοποιήσῃ καμπάνα. Στὶς 13 Δεκεμβρίου 1834 ἡ κυβέρνηση μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸ Ναύπλιο στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ἴδια μέρα ἐνθρονίστηκε ὁ Ὄθωνας, ὁπότε χτύπησε καὶ πάλι ἡ καμπάνα αὐτή.

Ἡ καμπάνα εἶναι κατασκευασμένη στὴν Κινέτα τῆς Ἰταλίας καί, ὅπως γράφει στὰ λατινικά, εἶναι «ἔργο Ἀλεξάνδρου καὶ ἀδελφοῦ, τῆς πόλης Κινέτα». Ἔχει ἀνάγλυφο τὸν Ἐσταυρωμένο, τὸν Ἀπόστολο Παῦλο μὲ τὴ μάχαιρα (τοῦ Πνεύματος) καὶ τὴ Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα, μὲ κρίνο στὸ χέρι.

Ἡ καμπάνα ἦταν ἐπίσης ἡ πρώτη ποὺ σήμανε τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1944 καὶ κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἔπαρσης τῆς ἐλληνικῆς σημαίας στὴν Ἀκρόπολη.

Κάθε χρόνο, στὶς 25 Μαρτίου, τελεῖται Δοξολογία στὸν ναό, καὶ στὸ τέλος χτυποῦν τὴν καμπάνα ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ νὰ ζωντανέψουν μὲ χαρὰ τὶς ’μέρες ἐκεῖνες τῆς ἀπελευθέρωσης ὅπου ἡ ἴδια καμπάνα, μὲ τοὺς ἴδιους ἀναλλοίωτους ἥχους, σκόρπισε τὸ μήνυμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Γένους ἔπειτα ἀπὸ 400 χρόνια δουλείας.


Πηγή: enoria-ragkavas.blogspot.combyzantineathens.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πρωτοχρονιάτικος Παπαδιαμάντης μέσω τηλεφώνου

Μέγας Βασίλειος - Η ανυπόφορη δουλεία των παθών

Ο Καιρός της Πέμπτης 19 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Καιρός της Τετάρτης 28 Αυγούστου 2019

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις - 48. «Η Αισθηματική Αγωγή» - Γκουστάβ Φλωμπέρ

Η ταυτότητα της ημέρας

Συμβουλές Αγίου Πορφυρίου για την αρρώστια - Μέρος 1ο