Γκριγκόρι Ρασπούτιν – Η ζωή του πολυσυζητημένου προσώπου της Ρωσίας των Τσάρων


O Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν ήταν Ρώσος μυστικιστής, που άσκησε τεράστια επιρροή στην οικογένεια του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας, Νικολάου Β’. Η δολοφονία του «τρελού μοναχού» όπως τον έλεγαν επηρέασε την κατάσταση στην προ-επαναστική Ρωσία. Ο 47χρονος Ρασπούτιν, δολοφονήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1916 (17 Δεκεμβρίου με το παλιό ρώσικο ημερολόγιο) στο υπόγειο του παλατιού Μόικα της Αγίας Πετρούπολης, στην κατοικία του πρίγκηπα Φέλιξ Γιουσούποφ, του πλουσιότερου ανθρώπου της Ρωσίας και συζύγου της μοναδικής ανιψιάς του τσάρου, Ιρίνα. Το κακοποιημένο πτώμα του ανακαλύφθηκε στον ποταμό Νέβα, μερικές ημέρες αργότερα.

Την δεκαετία που είχε προηγηθεί, ο Ρασπούτιν εξελίχθηκε από αγρότης της μακρινής Σιβηρίας σε ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα της τσαρικής αυλής. Γεννημένος το 1869 στο Ποκρόβσκογιε, ανατολικά των Ουραλίων, παντρεύτηκε νωρίς και απέκτησε τρία παιδιά. Η ζωή του άλλαξε το 1892 όταν έμεινε επί αρκετούς μήνες σε μοναστήρι. Παρότι θεωρείτο ιερέας, δεν χειροτονήθηκε ποτέ. Ο θρησκευτικός του ζήλος και το προσωπικό του χάρισμα, τον έφεραν σύντομα στον περίγυρο του τσάρου Νικολάου Β’ και της συζύγου του Αλεξάνδρας.

Ο τσάρος έγραψε σε υπουργό του τον Οκτώβριο του 1906: «Πριν λίγες ημέρες δέχθηκα έναν αγρότη, τον Γκριγκόρι Ρασπούτιν, που μου έφερε εικόνα του Αγίου Σιμόν Βερκοτούρι. Μας έκανε εξαιρετική εντύπωση – αντί για πέντε λεπτά, συνομιλήσαμε περισσότερο από μια ώρα». Το τσαρικό ζεύγος συνήθιζε να συμβουλεύεται «πνευματικούς», όμως ο Ρασπούτιν τους εξοβέλισε όλους, καθώς έλεγε στον Νικόλαο και τη γυναίκα του, ό,τι ήθελαν να ακούσουν. ‘Οταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήταν ήδη πολιτικός σύμβουλος.

Ο δεσμός έγινε πιο ισχυρός όταν τους βοήθησε να αντιμετωπίσουν την αιμορροφιλία του μοναχογιού τους Αλεξέι, με τις «θεραπευτικές του δυνάμεις», για τις οποίες πολλά έχουν γραφτεί. Η τσαρίνα τον θαύμαζε πολύ αλλά ο Νικόλαος ήταν πιο σκεπτικός επειδή, από τη μυστική αστυνομία είχε πληροφορηθεί για τα σεξουαλικά όργια και την άσωτη ζωή του. Ο «τρελός μοναχός» είχε τη φήμη ότι ξελόγιαζε δεκάδες γυναίκες όλων των ηλικιών. Τις υποχρέωνε να ικανοποιούν τα σαδιστικά σεξουαλικά βίτσια του, λέγοντας τους ότι τις εξαγνίζει και εξορκίζει από μέσα τους το σατανά.

Κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε υπερμέγεθες γεννητικό όργανο. Γυναίκες της αριστοκρατίας τον επισκέπτονταν στο διαμέρισμά του προσφέροντάς του δώρα. Δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ο Ρασπούτιν ανέπτυξε στενές σχέσεις με την τσαρίνα και τις τέσσερις κόρες της, τις οποίες επισκεπτόταν αργά το βράδυ στα δωμάτιά τους.


Ο Ρασπούτιν,δεύτερος από αριστερά,πίνει τσάι με την Τσαρίνα (κάθεται αριστερά του).1914

Η σχέση του Ρασπούτιν με την τσαρική οικογένεια

Στις 26 Νοεμβρίου του 1894, ο τσάρος της Ρωσίας Νικόλαος Β΄ παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα του γερμανικού κρατιδίου Έσση. Ο γάμος τους ήταν από έρωτα, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του Νικόλαου και μετά από δύο επίμονες προτάσεις του τσάρου. Η όμορφη τσαρίνα έκανε τέσσερα κορίτσια και μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να φέρει στον κόσμο τον πολυπόθητο διάδοχο. Μόνο που ο Αλέξιος, όπως τον αποκαλούσαν, έπασχε από αιμορροφιλία, που προκαλεί αδυναμία πήξης του αίματος σε περιπτώσεις αιμορραγίας. Εκείνη την εποχή ήταν ανίατη και συνήθως οδηγούσε σε πρόωρο θάνατο. Η Αλεξάνδρα ήταν απαρηγόρητη. Κάλεσε γιατρούς μέχρι και από το Θιβέτ για να κάνουν καλά το γιο της, αλλά μάταια.

Το 1908 άκουσε για έναν περιπλανώμενο καλόγερο με υπερφυσικές και θεραπευτικές ικανότητες, τον Γκριγκόρι Ρασπούτιν. Ιδιαίτερα θεοσεβούμενη, πίστεψε αμέσως στις «θεικές» δυνάμεις του και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες των ανακτόρων για τον πανούργο καιροσκόπο Ρασπούτιν. Εκείνος πέταξε αμέσως τα φάρμακα των γιατρών, άρχισε τις προσευχές, επέβαλλε σε ύπνωση τον μικρό διάδοχο και του έδωσε να πιει δικά του ελιξήρια, αν και δεν ήταν παρά ένας αμόρφωτος χωρικός. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι γιατροί έδιναν στον Αλέξιο ασπιρίνη που προκαλεί αιμοραγία και ο Ρασπούτιν χωρίς να το ξέρει, του σταμάτησε μια επιβλαβή θεραπεία. Πάντως, γρήγορα ο κληρονόμος του τσαρικού θρόνου εμφάνισε σημάδια βελτίωσης. Όποτε έπεφτε σε υποτροπή, ο μυστηριώδης καλόγερος τον έκανε πάλι καλά.

Η Αλεξάνδρα, κατενθουσιασμένη από τον «άγιο» Ρασπούτιν, τον επέβαλλε στην αυτοκρατορική αυλή και υποχρέωσε τα παιδιά της να κάνουν στενή παρέα μαζί του. Ο Νικόλαος διαφωνούσε, γιατί από τη μυστική αστυνομία γνώριζε τα σεξουαλικά όργια και την άσωτη ζωή του, αλλά αναγκάστηκε να τον αποδεχτεί μιας και έσωσε τον μοναχογιό του. Ο Ρασπούτιν ξελόγιαζε δεκάδες γυναίκες ανήλικες και ενήλικες. Καθημερινά τις υποχρέωνε να ικανοποιούν τα σαδιστικά σεξουαλικά βίτσια του, λέγοντας τους ότι τις εξαγνίζει και απομακρύνει από μέσα τους το σατανά. Τις έπειθε με μια μόνο ματιά καθώς είχε πολύ έντονο βλέμμα, αλλά και τη δυνατότητα να γυρνά τους βολβούς των ματιών του. Μερικές φορές πάθαινε κρίσεις, άρπαζε βίαια μια πόρνη του δρόμου, εξαφανιζόταν σε κάποιο σπίτι και σε λίγο έβγαινε μιλώντας με δυνατή φωνή και κάνοντας περίεργες χειρονομίες.

Στην πρωτεύουσα κυκλοφορούσε η φήμη ότι ήταν προικισμένος με ένα τεράστιο όργανο, σαν του αλόγου. Ταυτόχρονα, αυξανόταν ο κύκλος των πιστών του Ρασπούτιν στο γυναικείο πληθυσμό των αργόσχολων κυριών της υψηλής κοινωνίας. Τον σέβονταν και τον τιμούσαν σα να ήταν επίσκοπος, ενώ δεν ανήκε καν σε μια μονή. Οι κοντέσες και οι δούκισσες επισκέπτονταν το διαμέρισμά του, του φιλούσαν το χέρι, γονάτιζαν μπροστά του, τον γέμιζαν δώρα και όταν έφευγαν ζητούσαν ως χάρη να πάρουν μαζί τους για να πλύνουν τα λερωμένα ρούχα του, αν ήταν δυνατόν με υπολείμματα ιδρώτα!

Ο Ρασπούτιν ανέπτυξε στενές σχέσεις με την τσαρίνα και τις κόρες της, τις οποίες επισκεπτόταν και αργά τη νύχτα στα δωμάτια τους. Πολύ γρήγορα κυκλοφόρησε και η μυστική αλληλογραφία της ίδιας και των παιδιών της μαζί του. «Αγαπημένε, ακριβέ, μοναδικέ φίλε, πόσο πολύ θα ήθελα να σε δω και πάλι. Εμφανίστηκες σήμερα μπροστά μου σε ένα όνειρο. Σε σκέφτομαι πάντα, αγαπημένε μου, επειδή είσαι τόσο καλός απέναντί μου…» Δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν οι φήμες στην καλή κοινωνία, ότι η Αυτοκράτειρα και οι τέσσερις πριγκίπισσες αποπλανήθηκαν από τον σκοτεινό καλόγερο. Κυκλοφόρησαν ακόμη και πορνογραφικά σκίτσα του Ρασπούτιν με τις κυρίες της δυναστείας Ρομανόφ. Εξαιτίας του σκανδάλου, ο τσάρος τον διέταξε να εγκαταλείψει την Αγία Πετρούπολη για κάποιο διάστημα, προς δυσαρέσκεια της αυτοκράτειρας. Παρά τις φήμες, οι σχέσεις της αυτοκρατορικής οικογένειας με τον Ρασπούτιν συνεχίστηκαν μέχρι τη δολοφονία του στις 17 Δεκεμβρίου 1916.

Ο δαιμόνιος Ρασπούτιν ασχολήθηκε υπόγεια και με την πολιτική, συνωμοτώντας με την τσαρίνα. Έδιωχναν από το υπουργικό συμβούλιο όποιον ήταν αντίθετος με τα σχέδια τους. Έπεισαν μάλιστα μαζί με την αυτοκράτειρα τον τσάρο Νικόλαο να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης στην Αυστροουγγαρία. Παραλίγο να πετύχουν και την υπογραφή ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας, που ήταν αντίπαλοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για αυτή του την κίνηση θεωρήθηκε πράκτορας των Γερμανών.


Οι απόπειρες δολοφονίας και το τέλος του Ρασπούτιν

Σύμφωνα με τα πρωτοσέλιδα της 3ης Ιανουαρίου του 1917, η δολοφονία του ακόλαστου Ρώσου καλόγερου, στον οποίο ο Τσάρος Νικόλαος είχε τυφλή εμπιστοσύνη και τον οποίο η Τσαρίνα λάτρευε με τιμές αγίου, κατά πάσα πιθανότητα έλαβε χώρα στο παλάτι των Γιουσούποφ, με το πτώμα του να ανακαλύπτεται σε παγωμένο ποτάμι της νήσου Πετρόφσκι, θύμα συνωμοσίας.

Ο σατανικός καλόγερος είχε διαφύγει ουκ ολίγες φορές το θάνατο, όχι όμως και τούτη τη φορά. Οι μαγικές δυνάμεις του και η υπνωτιστική του ικανότητα δεν στάθηκαν αρκετές για να τον σώσουν.

Ο διαβόητος Ρασπούτιν επέστρεφε από την εκκλησία. Μπροστά στο σπίτι του τον περίμενε μια παραμορφωμένη γυναίκα χωρίς μύτη. Ζήτησε ελεημοσύνη και αυτός άρχισε να ψάχνει στις τσέπες του. Ξαφνικά η γυναίκα τράβηξε ένα μαχαίρι και το κάρφωσε στην κοιλιά του Ρασπούτιν. Ο Ρώσος μυστικιστής λαβωμένος άρχισε να τρέχει μακριά της. Η δράστης τον ακολούθησε για να του καταφέρει το θανάσιμο πλήγμα. Ο Ρασπούτιν όμως άρπαξε ένα σίδερο και τη χτύπησε στο κεφάλι αφήνοντάς την λιπόθυμη. Η γυναίκα συνελήφθη από την αστυνομία ενώ το ξεκοιλιασμένο θύμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε πολύ σοβαρή κατάσταση.

Για πολλές ημέρες ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Η απόπειρα δολοφονίας του Ρασπούτιν έγινε πρωτοσέλιδο θέμα σε όλες τις εφημερίδες. Η τσαρική οικογένεια και πολλές θαυμάστριες, του έστελναν τηλεγραφήματα με την ευχή να αναρρώσει. Η κοπέλα με το τρομακτικό πρόσωπο που του είχε επιτεθεί ονομαζόταν Χιόνα Γκούσεβα. Στην ανάκριση εξέφρασε τη λύπη της που δεν είχε καταφέρει να τον σκοτώσει.

Όταν συνήλθε ο Ρασπούτιν είπε, ότι πίσω από την Γκούσεβα κρυβόταν ο μοναχός Ηλιόδωρος με τον οποίο διατηρούσαν εχθρικές σχέσεις. Η γυναίκα όμως το διέψευδε με επιμονή, λέγοντας ότι επρόκειτο για δική της απόφαση. Την τρίτη ημέρα μετά την απόπειρα ο Ρασπούτιν έλαβε ένα γράμμα στο οποίο έγραφε: «Εγώ βγήκα νικητής από αυτή τη μάχη και όχι εσύ Γκριγκόρι. Η ύπνωση σου διαλύθηκε σαν καπνός, μπροστά στον ήλιο. Στο λέω, θα πεθάνεις πάση θυσία. Εγώ ο εκδικητής, ο εκτοπισμένος». Όταν παρέδωσε το γράμμα στην αστυνομία ισχυρίστηκε ότι συντάκτης ήταν ο μοναχός που υπήρξε γι αυτόν θανάσιμος αντίπαλος.

Ο Ηλιόδωρος το έσκασε από τη Ρωσία και χρόνια αργότερα έγραψε στην Αμερική το βιβλίο «Μάρθα του Στάλινγκραντ». Εκεί ο πρώην μοναχός ομολογούσε πως αποφάσισε να βάλει τέλος στην ιστορία με τον Ρασπούτιν. Συγκέντρωσε περίπου 400 ενορίτες του και διάλεξαν τις τρεις πιο όμορφες κοπέλες που έπρεπε να παρασύρουν και να δολοφονήσουν τον ιερέα. Αλλά η Χιόνα Γκούσεβα είπε: «γιατί να χαντακωθούν ωραίες κοπέλες που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους; Εγώ είμαι μια σακάτισσα και δεν με χρειάζεται κανένας. Εγώ μόνη μου θα τον εκτελέσω», έγραφε ο Ηλιόδωρος. Ήταν ίσως η πιο δολοφονική απόπειρα εναντίον του, παρά τις πολλές προσπάθειες που έγιναν από τους ορκισμένους και φανατικούς εχθρούς του.

Ο,τι δεν κατάφεραν πολλοί άλλοι το πέτυχε ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, ο Γιουσούποφ. Την νύχτα της 29ης Δεκεμβρίου του 1916, τον κάλεσε στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι με δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό. Το δηλητήριο δεν τον «έπιασε» όμως και έτσι ο Γιουσούποφ τον πυροβόλησε αρκετές φορές. Κατόπιν, πήραν το σώμα του, το τύλιξαν μέσα σ’ ένα χοντρό ύφασμα, του έδεσαν ένα βαρίδι και το φόρτωσαν σε ένα αμάξι για να το ρίξουν στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφόρτωναν όμως, διαπίστωσαν ότι το σώμα του ακόμα κινούνταν.

Την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία μάθαινε, ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν’ ανασαίνει, παρά μόνο μετά την πτώση του στον παγωμένο ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό, ώστε οι λαϊκές αφηγήσεις να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του. Σε όλο το επόμενο διάστημα, οι φήμες για τον τρόπο με τον οποίο πέθανε ο Ρασπούτιν έκαναν τους αγρότες να τιμούν φοβισμένοι το λείψανο του «αγίου».

Οι μπολσεβίκοι ηγέτες που εν τω μεταξύ είχαν επικρατήσει, αποφάσισαν μια τελευταία εκταφή. Τελικά, το πτώμα μεταφέρθηκε κρυφά τη νύχτα σε ένα ξέφωτο, όπου μια μικρή ομάδα στρατιωτών της Ερυθράς φρουράς με επικεφαλής έναν αξιωματικό, ετοίμασε φωτιά και έκαψε το σώμα του Ρασπούτιν το χειμώνα του 1917-1918, δίνοντας οριστικά τέλος στη λατρεία του λειψάνου του.

Έκτοτε, μαζί με τη φήμη αγίου που τον ακολουθούσε και συνεχίζει να τον ακολουθεί διασώζεται σε φορμόλη και το φερόμενο ως δικό του γεννητικό όργανο – μήκους 30 εκατοστών «σε ηρεμία» και παχύ όσο ο καρπός ενός άντρα – το οποίο εκτίθεται ανά τον κόσμο.

Ρασπούτιν, ο δαιμόνιος αυλικός της τελευταίας τσαρίνας

Ο Στάρεκ με τη μεγαλύτερη εξουσία ήταν ο Ρασπούτιν, ο πνευματικός πατέρας της τσαρίνας. Αυτός ήθελε να απαλλάξει ολόκληρη τη Ρωσία από τον εαυτό της.

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο του θανάτου-δολοφονίας του Γκριγκόρι Ρασπούτιν, αντιγράφουμε ένα σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο του Λάσζλο Γκιούργκο “Ο Λένιν τον Οκτώβρη”, που δεν αναφέρεται στη στιγμή του θανάτου του, αλλά τον σκιαγραφεί και δείχνει κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία του δαιμόνιου αυλικού.

“Ο Στάρεκ είναι ο άνθρωπος που την ψυχή και τη θέλησή σου την διαχέει στη δική του ψυχή και θέληση” γράφει ο Ντοστογιέφσκι. “Αν επιλέξεις τον Στάρεκ, παραιτείσαι από τη δική σου θέληση κι αφήνεσαι πλήρως στην εξουσία του. Αυτή τη δοκιμασία, το φοβερό αυτό μάθημα ζωής, το αναλαμβάνει εκούσια αυτός που καταδικάζει τον εαυτό του σε αυτό, με την ελπίδα ότι μετά από τη μακρά δοκιμασία θα κυριαρχήσει πάνω στον εαυτό του, τόσο πολύ, που με τίμημα τη μέχρι το θάνατο υπακοή φτάνει στην ολοκληρωτική ελευθερία, δηλαδή απελευθερώνεται από τον εαυτό του”.

Όσο πιο αναπάντεχη είναι η ζωή τόσο πιο πολύ επιθυμούν οι άνθρωποι τη λύτρωση. Αλλά ενώ ο ένας θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο για να θέσει τέλος στον πόνο, ο άλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον εαυτό του. Οι επαναστάτες κι αυτοί που έψαχναν καταφύγιο στη μυστική πίστη είχαν κοινή προέλευση: τη χωρίς ελπίδες ρωσική ζωή.

Στάρεκ υπήρχαν πολλοί στη Ρωσία. Όχι μόνο αναλφάβητοι αγρότες. Μεγαλοπρίγκιπες, συνταγματάρχες, πανεπιστημιακοί καθηγητές αναζητούσαν αγαλλίαση σε αγίους που θα λύτρωναν από τον εαυτό τους. Ο Στάρεκ με τη μεγαλύτερη εξουσία ήταν ο Ρασπούτιν, ο πνευματικός πατέρας της τσαρίνας. Αυτός ήθελε να απαλλάξει ολόκληρη τη Ρωσία από τον εαυτό της.

Αυτός ο μισο-αγράμματος, πονηρός και δαιμονισμένος προφήτης-αγρότης ήταν ένας αγύρτης; Αναμφίβολα, είχε δεχτεί πάρα πολλά χρήματα και δεν τον ένοιαζε ποιος ήθελε να τον εξαγοράσει και για ποιο σκοπό. Όμως μεγάλο μέρος των χρημάτων του το μοίρασε στους φτωχούς. Αυτός που κέρδισε μια φορά τη φιλία του μπορούσε να υπολογίζει πάντοτε τη βοήθεια και την επιρροή του. Τους εχθρούς και τους φίλους των εχθρών του προσπαθούσε να τους βάλει στην άκρη, αλλά ποτέ δε χρησιμοποίησε την απίστευτη εξουσία του για να κλείσει κάποιον στη φυλακή ή να τον εξορίσει, αν και θα αρκούσε μία μόνο λέξη του. Έμεινε πάντα αυτό που ήταν, αγρότης, και πάντα τον απασχολούσε η συμφορά του λαού. Ακόμα και στον πόλεμο αντιστάθηκε γιατί ήξερε ότι ο λαός θα την “πληρώσει”. Δεν είχε φιλοδοξίες να αποκτήσει τίτλους ή ρόλο στην πολιτική. Του αρκούσε να προωθεί τους φίλους του στις κατάλληλες θέσεις.

Για τις γυναικοδουλειές του, τα άγρια όργιά του, ακούγονταν ψίθυροι παντού στην Πετρούπολη. Στις αναφορές της μυστικής αστυνομίας, που παρακολουθούσε το κάθε του βήμα επαναλαμβάνονταν από βδομάδα σε βδομάδα οι σημειώσεις του είδους: “Εμφανίστηκε μια ξένη γυναίκα στο Ρασπούτιν και ήθελε να καταφέρει να μην πάρουν από την Πετρούπολη τον άντρα της που ήταν κατάκοιτος σε νοσοκομείο. Φεύγοντας, διηγήθηκε στο θυρωρείο ότι ο Ρασπούτιν την δέχτηκε πολύ παράξενα. “Μου άνοιξε μία κοπέλα που με πήγε σε ένα δωμάτιο ακόμα, όπου μετά από λίγο μπήκε ο Ρασπούτιν που δεν είχα δει ποτέ μου. Αμέσως μου είπε να γδυθώ. Αφού ικανοποίησα το αίτημά του και τον ακολούθησα στο διπλανό δωμάτιο, ούτε καν άκουσε την παράκλησή μου, έπιανε συνεχώς το πρόσωπο και το στήθος μου και απαιτούσε να τον φιλήσω. Μετά έγραψε κάτι σε ένα χαρτί, αλλά δε μου το έδωσε και δήλωσε ότι είναι τσατισμένος μαζί μου και να έρθω ξανά αύριο”.

Ο Ρασπούτιν έπασχε από σατυρίαση, από μόνιμη ανικανοποίηση. Ο αισθησιασμός του όμως δεν ήταν μόνο αρρωστημένος, ούτε απλά η ακόρεστη φλόγα της υπεράνθρωπης ενέργειας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της σέχτας των Χλιστών που είχαν δικτυωθεί σε όλη τη Ρωσία, ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει τελείως το σώμα του έως ότου δεν εξολοθρέψει το σώμα του, το τελευταίο καταφύγιο της έπαρσης και της αυταρέσκειας, την αλαζονεία του ασκητισμού και της αρετής. Όταν ένας άγιος της σέχτας, ο Ραντάγιεφ, σύρθηκε στο δικαστήριο, είπε ανοιχτά: “Οι γυναίκες που αμάρτησαν μαζί μου, υπηρέτησαν τον Κύριο πιο πιστά από αυτές που μου αντιστάθηκαν. Μέσα μου εμφανίστηκε ο Κύριος, πήρε σάρκα και οστά και αμάρτησε στο σώμα για να ξορκίσει έτσι το κακό. Μόνο αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του αμαρτάνοντας μπορεί να εξιλεωθεί πραγματικά”.

Ο Ρασπούτιν δεν ήταν ο πρώτος μάγος στο περιβάλλον της τσαρικής οικογένειας. Η φανατικά θρησκόληπτη, νευρωτική τσαρίνα μάζευε γύρω της τους απατεώνες και τους μανιακούς. Ένας κτηνίατρος από τη Λιόν, ο κύριος Φιλίπ, για έξι μήνες κατάφερε να την παραμυθιάσει ότι είναι έγκυος. Ο Μπαντμάγιεφ, μάγος από το Θιβέτ, την θεράπευε ξορκίζοντάς την. Ο Μίτια Κολιάμπα κατά τις κρίσεις επιληψίας του, ούρλιαζε ακατανόητες φράσεις και ο συνοδός του ο Γιεγκόροφ, ο νεωκόρος, τις ερμήνευε ως το λόγο του Θεού.

Όπως κυριαρχούσε ο Ρασπούτιν πάνω στην τσαρίνα, έτσι κυριαρχούσε και η τσαρίνα πάνω στον τσάρο. Ο αδιάφορος, μαλθακός Νικόλαος ο Β’ βαριόταν και κουραζόταν από τα καθήκοντα της διακυβέρνησης. Οι δημόσιες υποθέσεις ποτέ δεν τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Μερικές μέρες πριν το ξέσπασμα της επανάστασης, έγραφε τα ακόλουθα από το αρχηγείο στην τσαρίνα: “Στον ελεύθερο χρόνο μου θα ξαναρχίσω να παίζω ντόμινο… Εδώ μπορώ να ξεκουραστώ, δεν υπάρχουν υπουργοί, ούτε λεπτές υποθέσεις που απαιτούν σκέψη”. Στο ημερολόγιό του αναφέρεται λεπτομερώς στα θηράματά του, στην ιππασία, στον καιρό αλλά τα πολιτικά γεγονότα τα παραμερίζει σχεδόν τελείως. Όταν έφτασε η είδηση ότι στον κόλπο της Τσουσίμα καταστράφηκε όλος ο ρωσικός στόλος, ο τσάρος έτυχε να παίζει τένις. Διάβασε το μήνυμα και κούνησε το κεφάλι. “Τρομερή συμφορά!”, είπε και συνέχισε το παιχνίδι.

Ο Νικόλαος ο Β’ ήταν υπόδειγμα μικροαστού, αλλά τέτοιου που κάθεται στον τσαρικό θρόνο και οι τύχες εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων βρίσκονται στα χέρια του. Δεν ανεχόταν στον περίγυρό του παρά ανθρώπους που ήταν σαν κι αυτόν μαλθακοί κι αδρανείς, ενώ δε γνώριζε οίκτο απέναντι σε αυτούς που έθεταν σε κίνδυνο την προσωπική του εξουσία. “Αν ήμουν εκεί, θα σε βοηθούσα” έγραφε σε μια επιστολή του. “Τη γλύκα μου, τη μοναδική μου γλύκα, πρέπει να την πιέζω λίγο. Να της θυμίζω ότι αυτός είναι ο αυτοκράτορας και έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Εσύ αυτό ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκες, ενώ έπρεπε να δείξεις ότι έχεις τη δική σου θέληση”.

Πηγή: mixanitouxronou.gr, iefimerida.gr, katiousa.gr

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πώς βγήκε η φράση λίθοι και πλίνθοι και ξύλα και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα;

Αγκάθα Κρίστι: Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές - Απόσπασμα

Νίκος Τσιφόρος - Αποφθέγματα

Ευριπίδη - Κρεσφόντης, Απόσπασμα

π. Ανδρέας Κονάνος - Άγιοι που δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους

Λουίς ντε Καμόενς - Ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας

Νέα στοιχεία για την προέλευση των εξημερωμένων αλόγων – Το «ταξίδι» τους μέχρι την Ανατολία