Τζένη Βάνου
Η Ευγενία Βραχνού, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 1939. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μετά το χωρισμό των γονιών της και μεγάλωσε με τη γιαγιά της. Στα 14 της αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, επειδή ο πατέρας της δεν της επέτρεπε να βλέπει τη μητέρα της.
Αρχικά σκόπευε να σπουδάσει στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Μαθήτρια ακόμη την άκουσε να τραγουδάει ο Γιώργος Κολοκοτρώνης και την πήγε στα ραδιοφωνικά «Κυριακάτικα Πρωινά» που έκανε ο Γιάννης Οικονομίδης με τον Μίμη Πλέσσα και τη Ρένα Ντορ. Ο Πλέσσας, αφού την άκουσε, της είπε «αναμφισβήτητα έχεις αξία». Της πρότεινε να περάσει ακρόαση για να την προσλάβουν στην Κρατική Ραδιοφωνία ως τραγουδίστρια. Ετσι έκανε τα χαρτιά της με τις πλάτες της μάνας της και κρυφά από τον πατέρα της. Με προτροπή του Πλέσσα έδωσε εξετάσεις στο ΕΙΡ και προσλήφθηκε το 1959 ως τραγουδίστρια της ορχήστρας ελαφράς μουσικής του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο έχτισε την καριέρα της ήταν ιδέα του μαέστρου και συνθέτη Γεράσιμου Λαβράνου, με τον οποίο συνεργάστηκε στα πρώτα της βήματα.
"Γεννήθηκα κάπου κοντά στην πλατεία Αττικής, αλλά μεγάλωσα με τη γιαγιά μου στον Βύρωνα. Είμαι παιδί χωρισμένων γoνιών. Αυτό με επηρέασε πολύ, γιατί από δύο χρόνων μου απαγορευόταν να βλέπω τη μητέρα μου. Είχε βγει το διαζύγιο εις βάρος της και όποτε προσπάθησε να με δει, διαδραματίστηκαν σκηνές βαρβαρότητας και απείρου κάλλους.Αυτή η εικόνα, να την πετάνε έξω, ενώ ερχόταν για μένα, με στιγμάτισε πάρα πολύ." (από αφήγησή της στη lifo.gr)
Αρχικά σκόπευε να σπουδάσει στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Μαθήτρια ακόμη την άκουσε να τραγουδάει ο Γιώργος Κολοκοτρώνης και την πήγε στα ραδιοφωνικά «Κυριακάτικα Πρωινά» που έκανε ο Γιάννης Οικονομίδης με τον Μίμη Πλέσσα και τη Ρένα Ντορ. Ο Πλέσσας, αφού την άκουσε, της είπε «αναμφισβήτητα έχεις αξία». Της πρότεινε να περάσει ακρόαση για να την προσλάβουν στην Κρατική Ραδιοφωνία ως τραγουδίστρια. Ετσι έκανε τα χαρτιά της με τις πλάτες της μάνας της και κρυφά από τον πατέρα της. Με προτροπή του Πλέσσα έδωσε εξετάσεις στο ΕΙΡ και προσλήφθηκε το 1959 ως τραγουδίστρια της ορχήστρας ελαφράς μουσικής του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο έχτισε την καριέρα της ήταν ιδέα του μαέστρου και συνθέτη Γεράσιμου Λαβράνου, με τον οποίο συνεργάστηκε στα πρώτα της βήματα.
Το τραγούδι που την καθιέρωσε ήταν το «Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου» του Μίμη Πλέσσα, τον οποίο θεωρούσε μέντορά της, ο οποίος στη συνέχεια υπέγραψε και τον πρώτο μεγάλο της δίσκο, που περιλάμβανε και τη μεγάλη επιτυχία της «Σε βλέπω στο ποτήρι μου». Μάλιστα, με το κομμάτι «Τώρα» του μουσικοσυνθέτη κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1964. Μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν ο ηθοποιός Δημήτρης Χορν, ο οποίος ψήφισε «Τζένη Βάνου» και όταν του ζητήθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής να ψηφίσει τραγούδι και όχι πρόσωπο αυτός απάντησε προφητικά: «Μα τα επόμενα 50 χρόνια γι’ αυτήν θα μιλάμε».
"Σ’ ένα από τα «Κυριακάτικα Πρωινά» του Rex ήρθε να με δει ο πατέρας μου με την ετεροθαλή αδερφή μου. Ήταν αρχιεργάτης στα πιεστήρια μιας εφημερίδας κι άκουγε απ’ τους κουτσομπόληδες -δημοσιογράφους που δεν ήξεραν ότι ήταν μπαμπάς μου- πόσο βράχος ηθικής ήμουν. Μου είπε «όσο μεγάλη και να γίνεις σε δόξα και ηλικία, να μάθεις να ζητάς συγγνώμη. Αυτό ήρθα σήμερα εγώ να ζητήσω, γιατί δεν ήξερα τι παιδί είχα κάνει."(από αφήγησή της στη lifo.gr)
Σύντομα καθιερώθηκε ως τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού και ερμήνευσε ντουέτα, κυρίως με τον Γιάννη Βογιατζή. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 ο Νίκος Μαμαγκάκης της ζήτησε να τραγουδήσει το «Σ’ αγαπώ» («Ο ήλιος βγαίνει μες στα μάτια σου») για την ταινία του Νίκου Φώσκολου «Λεωφόρος του μίσους». Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ο Μάνος Χατζιδάκις της πρότεινε να συνεργαστούν. Αυτή αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να «προδώσει» τον Μίμη Πλέσσα, που την ανέδειξε.
"Με παίρνει μια μέρα ο Τάκης Λαμπρόπουλος της Columbia και μου λέει «κορίτσι μου, έκανες τη ζωή σου, σε θέλει ο Χατζιδάκις». Μόλις το άκουσα, διαλύθηκα. Ο Χατζιδάκις με συγκλόνιζε! Αλλά ήταν σε μόνιμη αντιπαράθεση με τον Πλέσσα. Λέω, «ρε Τάκη, ο Μίμης μ’ έβγαλε. Πώς θα του το κάνω αυτό;».
Πολλά χρόνια αργότερα τον συνάντησα στην Αμερική. Μου είπε: «Λυπάμαι πολύ. Είσαι πολλή ανόητη κι έχασες την ευκαιρία της ζωής σου, γιατί εγώ πια ποτέ δεν θα σου δώσω τραγούδια μου». Κι έμεινα με τη μεγάλη πίκρα ότι δεν τραγούδησα Χατζιδάκι. Αλλά μπορεί να είχα πει, να χαλούσε η Ελλάδα κι εγώ να μην κοιμόμουν το βράδυ."
(από αφήγησή της στη lifo.gr)
Το 1969, αφού γέννησε τον γιο της, έφυγε για την Αμερική με την οικογένειά της. Ο γάμος της όμως δεν ήταν ευτυχισμένος. Ο σύζυγός της την κακοποιούσε επανειλημμένως, αλλά η Τζένη Βάνου έκανε υπομονή, γιατί ήθελε πολύ να αποκτήσει και δεύτερο παιδί. Όπως είχε αναφέρει η ίδια, ο άντρας της τη χτυπούσε ακόμα και όταν ήταν έγκυος στην κόρη τους. Οι φίλοι της, τη θυμούνται με φουσκωμένη την κοιλιά από την εγκυμοσύνη και μαυρισμένο το μάτι από τα χτυπήματα.
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 πραγματοποιεί τη μεγάλη στροφή της καριέρας της και με τη βοήθεια του Τόλη Βοσκόπουλου περνά στο λαϊκό τραγούδι. Μόλις είχε επιστρέψει από την Αμερική, όπου δούλευε για περίπου μία διετία, χωρισμένη και μόνη με δύο μικρά παιδιά (τον Μιχάλη και την Αθηνά από τον γάμο της με τον επιχειρηματία Βασίλη Ρηγόπουλο), χωρίς δουλειά και χωρίς λεφτά.
"Παντρεύτηκα το ’64, γιατί όλη μου η έγνοια ήταν να κάνω παιδιά και οικογένεια. Δυστυχώς, ήμουν απ’ τις γυναίκες που κακοποιήθηκαν πάρα πολύ στον γάμο τους. Απ’ τον φόβο μου δεν έβλεπα τι γινόταν γύρω μου. Έκανα τον γιο μου και φύγαμε οικογενειακώς το ‘69 για την Αμερική. Εκεί έκανα ένα πενταετές συμβόλαιο με ελληνοαμερικανική δισκογραφική κι εμφανιζόμουν στου «Μολφέτα», το καλύτερο ελληνικό μαγαζί της Νέας Υόρκης. Αλλά τη ζωή της Αμερικής δεν την άντεχα. Έμεινα και έγκυος στην κόρη μου και είπα, «σκοτώστε με, αλλά δεν γίνεται να μείνω». Έκτοτε, έχω πάει εννέα φορές να δουλέψω, αλλά πάντα με την προοπτική να επιστρέψω. Με το που επέστρεψα το ’71, χώρισα με ον άντρα μου κι έμεινα με δυο παιδιά και χωρίς καμιά βοήθεια. Του πλήρωνα και τα χρέη, για να μην έχουν τα παιδιά μου πατέρα στη φυλακή… "(από αφήγησή της στη lifo.gr)
Σε αυτή τη δύσκολη φάση της ζωής της συνάντησε μια μέρα τον Τόλη Βοσκόπουλο, ο οποίος τη βοήθησε να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Της έγραψε δύο λαϊκά τραγούδια («Αγόρι μου» και «Σε παρακαλώ, σήκω και φύγε»), που έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Ο Πλέσσας της γράφει το σουξέ «Σε βλέπω στο ποτήρι μου» και το 1984 παίρνει χρυσό δίσκο με το «Τρένο της ζωής» του Τάκη Μουσαφίρη.
"Άνεργη και χωρίς εταιρεία, βλέπω τον Βοσκόπουλο στον δρόμο και του λέω τα χάλια μου. Με παίρνει στη Minos και μου γράφει δυο λαϊκά, το «Αγόρι μου» και το «Σε παρακαλώ, σήκω και φύγε». Εκεί χτύπησα φλέβα χρυσού στην κυριολεξία, παρόλο που προερχόμουν απ’ το «ελαφρύ». Τότε είναι που με τον Πλέσσα κάνω το «Σε βλέπω στο ποτήρι μου» και το 1984 παίρνω χρυσό δίσκο με το «Τρένο της ζωής» του Μουσαφίρη."(από αφήγησή της στη lifo.gr)
Στην πολύχρονη καριέρα της υπήρξε μούσα πολλών συνθετών. Ερμήνευσε τραγούδια των Μίμη Πλέσσα, Μίκη Θεοδωράκη, Γιώργου Μουζάκη, Κώστα Γιαννίδη, Ζακ Ιακωβίδη, Τάκη Μωράκη, Κώστα Καπνίση κ.ά. Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα κέντρα της παραλιακής, δίπλα σε μεγάλα ονόματα, αλλά ανήκε σ’ εκείνους του καλλιτέχνες που δεν έβγαλαν πολλά λεφτά. «Στις οικονομικές συμφωνίες που έκανα ήμουν χάπατο, χαζή. Ο καθένας μπορεί να με εκμεταλλευτεί» είχε πει με ειλικρίνεια. Βραβεύτηκε για τη δουλειά της στην Ισπανία, την Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση.
Η Τζένη Βάνου άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά στις 5 Φεβρουαρίου 2014, νικημένη από τον καρκίνο.
"Οι μόνοι που έχω ζητήσει βοήθεια στη ζωή μου, είναι η μάνα μου και ο Θεός. Σεβάστηκα και αγάπησα τον εαυτό μου πάντα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω. Δεν εκτίμησα τη χρυσόσκονη που μ’ έλουσε ο Θεός. Μετανιώνω που δεν έκανα λεφτά, γιατί στην ηλικία μου η μόνη μου προοπτική πια είναι να κάνω αύριο καλύτερο μουσακά και να ψωνίσω κάτι στο εγγόνι μου. Κι όταν δεν έχω, τότε μουντζώνω τον εαυτό μου. Αλλά και τώρα να ξεκινούσα, πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα."
Πηγή: sansimera.gr, atexnos.gr, lifo.gr, mixanitouxronou.gr

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου