Αναρτήσεις

2020 CD3: Ο μίνι φυσικός δορυφόρος σε μέγεθος αυτοκινήτου που απέκτησε η Γη

Εικόνα
Έναν νέο μικροσκοπικό συνοδό σε τροχιά γύρω της απέκτησε η Γη. Πρόκειται για ένα προσωρινό φυσικό δορυφόρο σε μέγεθος αυτοκινήτου, ο οποίος ονομάστηκε «2020 CD3» από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση.    Ονέος μίνι-δορυφόρος διαμέτρου δύο έως 3,5 μέτρων, ο οποίος εκτιμάται ότι γυρνάει γύρω από τη Γη εδώ και περίπου τρία χρόνια, έγινε αντιληπτός αρχικά από αστρονόμους του παρατηρητηρίου Catalina Sky Survey του Πανεπιστημίου της Αριζόνα των ΗΠΑ στις 15 Φεβρουαρίου. Έκτοτε οι επιστήμονες από έξι άλλα αστεροσκοπεία σε όλο τον κόσμο τον παρακολούθησαν και επιβεβαίωσαν επίσημα ότι έχει τεθεί σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη μας, κάτι που αναμένεται να είναι προσωρινό.    Η Γη κατά καιρούς έλκει με τη βαρύτητα της μικροσκοπικούς αστεροειδείς, τους οποίους μετατρέπει σε δορυφόρους της, ώσπου αυτοί κάποια στιγμή απελευθερώνονται από τα «δεσμά» τους και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Σύμφωνα με την Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία (NASA), οποιαδήποτε στιγμή γύρω από τη Γη υπάρχει τ...

Μύθοι του Αισώπου - 58. Η γριά και ο γιατρός

Εικόνα
Μια ηλικιωμένη, που είχε πάθηση στα μάτια, κάλεσε ένα γιατρό με αμοιβή. Εκείνος, κάθε φορά που την επισκεπτόταν και της έβαζε αλοιφή, έβρισκε ευκαιρία που έκλεινε τα βλέφαρά της και της έκλεβε και από ένα σκεύος. Όταν την έκανε καλά, και ενώ στο μεταξύ της τα είχε αρπάξει όλα, απαιτούσε τη συμφωνημένη αμοιβή. Επειδή όμως η γριά δεν ήθελε να του δώσει τίποτε, την πήγε στο δικαστήριο. Εκείνη τότε υποστήριξε ότι του είχε υποσχεθεί αμοιβή αν της γιατρέψει τα μάτια, αλλά αυτός της τα έκανε χειρότερα από πριν. “Γιατί”, είπε, “τότε έβλεπα όλα τα πράγματα του σπιτιού μου, ενώ τώρα δεν μπορώ να δω ούτε ένα”. Έτσι και οι πονηροί άνθρωποι, από την πλεονεξία τους, προκαλούν άθελά τους την καταδίκη τους με τις ενέργειές τους. 

Κωστής Παλαμάς - Μια πίκρα

Εικόνα
Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει, καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι, στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα: Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου, δὲν γνώρισα κι ἄλλη: Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη. Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο κοντά μου καὶ πάλι τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη, τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη. Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε, μιὰ πίκρα μεγάλη, καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι! Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη, ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ...

Κωστής Παλαμάς - Ὁ γκρεμιστής

Εικόνα
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης, ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης. Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι. Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι. Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας, πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας. ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης· τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι. Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι, καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα, παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα. Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια. Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει τὸ λόγο π...

Κωστής Παλαμάς - Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα & Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι

Εικόνα
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι, στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει. Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα. Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα· καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα. Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή. Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα... Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ, μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους... Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι, ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ, κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του... Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα, σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά, σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ. Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη, τὸν καβαλλάρη νηστικό, τὸν πεζοδρόμο διψασμένο θάφτει στὸν κουρνιαχτό. Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή, πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνί...

Κωστής Παλαμάς - Ἡ ἐληά

Εικόνα
Εἶμαι τοῦ ἥλιου ἡ θυγατέρα ἡ πιὸ ἀπ᾿ ὅλες χαϊδευτή, κι ἡ τόση ἀγάπη τοῦ πατέρα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ κρατεῖ. Ὅσο νὰ γύρω νεκρωμένη αὐτὸν τὸ μάτι μου ζητεῖ. Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη. Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία δὲ μοῦ ἀπολείπουν οἱ καρποὶ ὡς τὰ βαθιά μου γηρατεῖα δὲν βρίσκω στὴ δουλειὰ ντροπή. Μ᾿ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη κι εἶμαι γεμάτη προκοπή. Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη. Φρίκη κι ἐρμιά, νερὰ καὶ σκότη τὴν γὴν ἐθάψαν μιὰ φορά... Πράσινη αὐγὴ μὲ φέρνει πρώτη στὸ Νῶε ἡ περιστερά. Ὅλης τῆς γῆς εἶχα γραμμένη τὴν ἐμορφάδα καὶ χαρά. Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη. Ἐδῶ στὸν ἥσκιο μ᾿ ἀποκάτου ἦρθ᾿ ὁ Χριστὸς ν᾿ ἀναπαυθεῖ, κι ἀκούστηκε ἡ γλυκειὰ λαλιά του λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθεῖ. Τὸ δάκρυ του, δροσιὰ ἁγιασμένη, ἔχει στὴ ρίζα μου χυθεῖ. Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη. Καὶ φῶς πραότατο χαρίζω ἐγὼ στὴν ἄγρια νυχτιά, τὸν πλοῦτο πιὰ δὲν τὸ φωτίζω, σὺ μ᾿ εὐλογεῖς φτωχολογιά. Κι ἂν ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο διωγμένη, μὰ φέγγω ἐμπρὸς στὴν Παναγιά. Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη. Πηγή:  users....

Κωστής Παλαμάς - Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα & Τῆς Ἀθηνᾶς ἀνάγλυφο

Εικόνα
Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι. Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ - γοργὰ τρεχάτη καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι. Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο. Τῆς Ἀθηνᾶς ἀνάγλυφο Πῶς ἀκούμπησες ἄπραγα τὸ δόρυ; Τὴ φοβερή σου περικεφαλαία βαριὰ πῶς γέρνεις πρὸς τὸ στῆθος, Κόρη; Ποιὸς πόνος τόσο εἶναι τρανός, ὦ Ἰδέα, γιὰ νὰ σὲ φτάση! Ὀχτροὶ κεραυνοφόροι δὲν εἶναι γιὰ δικά σου τρόπαια νέα; Δὲν ὁδηγεῖ στὸ Βράχο σου τὴν πλώρη τοῦ καραβιοῦ σου πλέον πομπὴ ἀθηναῖα; Σὲ ταφόπετρα βλέπω νὰ τὴν ἔχῃ καρφωμένη μία πίκρα τὴν Παλλάδα. Ὤ! κάτι μέγα, ἀπίστευτο θὰ τρέχη ... Χαμένη κλαῖς τὴν ἱερή σου πόλη ἢ νεκρὴ μέσ᾿ στὸ μνῆμα καὶ τὴν ὅλη τοῦ τότε καὶ τοῦ τώρα, ὠιμένα! Ἑλλάδα; 1896 Πηγή:  users.uoa.gr